Ήμασταν σήμερα “σχετικά” μεγάλη παρέα σε ένα ρακάδικο. Περιμέναμε και κάποιες κοπέλες που είχαμε γνωρίσει προχτές στο ίδιο σημείο, αλλά λόγω… ποτού και κούρασης δεν έκανα καμία κίνηση τότε. Είχα ψιλο-μιλήσει μεν με μία, αλλά πραγματικά τίποτα ιδιαίτερο, όπως θα μιλούσα και με άντρα. Και για λίγο.
Σήμερα σκόπευα να το παίξω αλλιώς με τη συγκεκριμένη. Τέλος πάντων ήρθαν, ο κολλητός μου κιόλας που ήταν μιλημένος από πριν με βοήθησε λίγο (π.χ. μας “αντάλλαξε” θέσεις δήθεν για να μιλήσει με ένα άλλο παιδί). Καλό το κλίμα γενικά. Την κοπελιά δε την άφησα σε ησυχία. Την πείραζα, της την έλεγα, άλλες φορές την αγνοούσα τελείως για λίγο… κλπ. Ανά διαστήματα υπήρξε και κάποια “επαφή”, του στυλ να την ψιλο-χαϊδέψω, αλλά πάντα μέσα στο “σωστό” πλαίσιο, π.χ. σε σημεία που ήμουν σε κατάσταση “ναι ναι καταλαβαίνω” σε σχέση με κάτι που μου έλεγε. Δεν αντέδρασε θετικά, να ανταποδώσει π.χ. ή κάτι άλλο, αλλά ούτε και αρνητικά. Δεν άλλαξε συμπεριφορά καθόλου, σα να ήταν 100% φυσιολογικό.
Προς το τέλος που είχαν φύγει οι μισοί είχα βαρεθεί (και αυτή, αν κρίνω από το ότι στήριζε το κεφάλι της). Οπότε της λέω ψιλο-προστακτικά “πάμε καμιά βόλτα μόλις γυρίσει”. Εννοώντας μια φίλη της μόλις γυρίσει, που είχε πάει να βρει κάποιον για 10′ και είχε αφήσει την τσάντα της εκεί. Θετική ήταν, οκ μου είπε, αν και τελικά δε πήγαμε πουθενά.
😛
Στο τέλος έμεινα εγώ, αυτή και ένας φίλος. Αυτός μένει σε αντίθετη κατεύθυνση, οπότε “ήλπιζα” ότι θα είχα την ευκαιρία που ήθελα. Ότι θα έφευγε και θα ’μενα με αυτήν. Αλλά έλα που ήθελε “βόλτα”… τι να κάνω, δε μπορούσα να καρφωθώ, οπότε τον ανέχτηκα.
Μεσ’ τα νεύρα όμως. Κι όχι για άλλο λόγο, αλλά του είχα μιλήσει νωρίτερα, ήξερε ότι ψήνω τη συγκεκριμένη. Στη θέση του εγώ θα είχα φύγει, ακόμα και με πρόφαση, πόσο μάλλον που ήρθε μετά μαζί αυτός… τέλος πάντων.
Το παιδί κατάφερε να με κάνει “καληνυχτάκια”, μιας και στα 2-3 λεπτά που εν τέλει κατάφερα να μείνω μόνος μαζί της, από τα νεύρα μου έσφαζα άνθρωπο. Αν και προφανέστατα δε το έδειξα.
Εκεί θεώρησα ότι λόγω της κατάστασής μου είναι καλύτερα να μη κάνω τίποτα. Διότι θα τα κάνω μαντάρα, δεν ήμουν ήρεμος καθόλου. Οπότε τη χαιρέτησα, αφού βεβαίως πήρα πρώτα τον αριθμό της. Εντόπισα 0,5 δευτερόλεπτα δισταγμού όταν της το ζήτησα, αλλά κανένα πρόβλημα στο τέλος.
Πιστεύετε ότι αξίζει να δώσω συνέχεια; Ή κάηκε το θέμα; Προσωπικά δε το θεωρώ ανούσιο (ακόμα) αν και πιστεύω πως ήταν καλό “χαστούκι” αυτό που έπαθα. Θα ήταν πολύ πιο απλά τα πράγματα αν πήγαιναν όπως τα είχα σχεδιάσει.
Και η βασική ερώτησή μου. Καλά όταν έρχεται κάποιος τρίτος και τα κάνει μαντάρα. Καλά αν τα διαλύσω όλα μόνος μου. Αλλά το να “μη νιώθει” ένας δικός μου φίλος και να μου κάνει αυτός τη ζημιά, πως αντιμετωπίζεται; Πως θα του δίνατε να καταλάβει ότι δε πρέπει να είναι εκεί, ότι δε πρέπει να το κάνει αυτό και ότι πρέπει απλά να φύγει;
Σκέφτομαι Σάββατο απόγευμα να την πάρω ένα τηλέφωνο να κανονίσουμε για Κυριακή. Ή είναι χάσιμο χρόνου; Τυπικά αυτή ήταν η δεύτερη φορά που την είδα, αλλά πρακτικά μόλις τώρα είχαμε μια πιο “κανονική” επαφή, μιας και επροχθές δεν ασχολήθηκα.